ψαρόλαδο

ψαρόλαδο
το рыбий жир

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ψαρόλαδο" в других словарях:

  • ψαρόλαδο — το, Ν ιχθυέλαιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψάρι (Ι) + λάδι] …   Dictionary of Greek

  • ψαρόλαδο — το είδος λαδιού που βγαίνει από το σώμα ορισμένων ψαριών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιχθυέλαιο — το ζωικό έλαιο που λαμβάνεται μετά από κατεργασία μερών τού σώματος ορισμένων ψαριών, ψαρόλαδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰχθυ(ο) * + έλαιο. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Ιω. Ν. Λεβαδέα] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»